Ιστορία

plavix

plavix website

pentasa

pentasa vizvilagnap.hu

ilosone

ilosone click here

abortion clinics laurel md

abortion clinics laurel md

free abortion pill

how much is the abortion pill blog.toncoiffeur.com

buy naltrexone online cheap

where can i buy naltrexone findography.com

usa buy abortion pill

abortion pill over the counter in usa link

melatonin and weed safe

melatonin and weed

benadryl pregnancy sleep

benadryl and pregnancy dosage

buy naltrexone online canada

buy naltrexone 3mg

naltrexone buy

where can i buy naltrexone

naltrexone online buy

buy naltrexone 3mg

paroxetine generique

paroxetine

pregabaline 50mg

pregabaline beker

where can i buy an abortion pill

ru 486 abortion pill buy online

buscopan torrino

buscopan compresse

cialis prodej

cialis 20mg cena peider.dk

cialis generico costo

cialis generico

amlodipin deutsch

amlodipin forum amlodipin felodipin amlodipin pl

Στη βορειοανατολική άκρη του νησιού, που το μήκος του είναι περίπου 800 μέτρα και το πλάτος 500 μέτρα, υπάρχει σήμερα ένα χωριό με 110 σπίτια. Οι κάτοικοι ζουν κυρίως με το ψάρεμα στη λίμνη, που είναι άφθονο. Οι γυναίκες κόβουν στις όχθες ψαθί ( το παπύρι ) και πλέκουν ψάθες. οι νησιώτες πιστεύουν ότι δεν είναι ντόπιοι, άλλα ότι ήρθαν εδώ από τη Μάνη, τον 17ο αιώνα. Το θέμα αυτό δεν έχει μελετηθεί ακόμη. Μερικοί γλωσσικοί ιδιωματισμοί και κύρια ονόματα που τείνουν να εξαφανιστούν, ξένα για την περιοχή των Ιωαννίνων, δίνουν σοβαρότητα στην παράδοση αυτή. Τέτοιοι, άλλωστε, βίαιοι μετοικισμοί στα χρόνια της Τουρκοκρατίας δεν ήταν σπάνιοι.

Βέβαιο, πάντως, είναι ότι το Νησί κατοικήθηκε πολύ πριν του 17ου αιώνα. Στην Αυτοβιογραφία τους οι αδελφοί μοναχοί Θεοφάνης και Νεκτάριος Αψαράδες, απόγονοι της μεγάλης Βυζαντινής οικογένειας των Αψαράδων και κτήτορες της Μονής του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου του Νησιού ( 1506- 1507 ), μνημονεύουν ύπαρξη κώμης. Άλλωστε η ύπαρξη εκεί στους χρόνους του Δεσποτάτου, ή και λίγο παλαιότερα, Μονών, Ασκηταριών και Ησυχαστηρίων μαρτυρεί ότι το σημερινό χωριό έχει παλαιότερη ιστορία. Από το γεγονός ότι στο Νησί και στις παρόχθιες περιοχές της λίμνης διατηρήθηκαν τοπωνυμικά και λέξεις σλαβικής καταγωγής, φαίνεται πιθανό ότι ο συνοικισμός του Νησιού είναι παλαιότερος από τον 10ο αιώνα μ.Χ. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται, ίσως, και από το γεγονός ότι στο χρυσόβουλο του 1200 μ.Χ. η Επισκοπή Ιωαννίνων υπαγόταν στην Αρχιεπισκοπή Αχρίδος.

Προ ετών, μπροστά από τη Μονή Αγίου Παντελεήμονα, βρέθηκε το μοναδικό εύρημα προϊστορικών χρόνων, μία λαβή πήλινου αγγείου, που η ράχη της είναι κοσμημένη με κυκλικές κοιλότητες που έγιναν με το δάχτυλο του χεριού στον άψητο πηλό. Το τυχαίο τούτο εύρημα μας παρέχει την πρώτη ένδειξη ζωής στο Νησί στους χρόνους της εποχής του Χαλκού. Τόσα λίγα μόνο ξέρουμε για την παλαιότερη ιστορία του Νησιού. Γενικά, μπορούμε να δεχτούμε ότι τούτο συνδέθηκε με την ιστορία του λεκανοπεδίου.

Με την ίδρυση του Δεσποτάτου της Ηπείρου (1204), αρχίζει μία άνθιση του Νησιού με την ανέγερση τεσσάρων τουλάχιστον Μονών και με την ανάπτυξη του μοναχισμού και του ασκητισμού. Η πνευματική και οικονομική ακμή του διατηρήθηκε και κατά τους παλαιότερους χρόνους της Τουρκοκρατίας, αν κρίνουμε από την οικοδομική δραστηριότητα τον 16ο και 17ο αιώνα. Κατά τον 16ο αιώνα ανεγείρονται δύο νέες μονές ( της Ελεούσας και του Προδρόμου ) και άλλες δύο, οι πιο παλιές και σημαντικές, των Φιλανθρωπινών και του Ντιλίου, ανακαινίζονται και επεκτείνονται και τα εσωτερικά τους ιστορούνται από εξέχοντες αγιογράφους, που μεταφέρουν ως εδώ τα νέα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής.

Τον ίδιο αιώνα οι κτήτορες της Μονής Προδρόμου χτίζουν το καθολικό της Μονής Βαρλαάμ των Μετεώρων ( 1548 ) και ο Ιωάσαφ Φιλανθρωπινός, ο ανακαινιστής της μονής Φιλανθρωπινών, ιστορεί με δικές του δαπάνες το Ναό Μεταμόρφωσης της Βελτσίστας ( 1568 ). Τον 17ο αιώνα ανακαινίζεται εκ θεμελίων η Μονή Αγίου Παντελεήμονα.

Τον 18ο αιώνα δεν φαίνεται να σημειώνεται παρακμή στο Νησί. Στα 1809, όταν ο Leake επισκέφτηκε το Νησί, το χωριό είχε 100 σπίτια ( ο Hughes πέντε χρόνια αργότερα αναφέρει τον υπερβολικό αριθμό των 200 σπιτιών ) όσα περίπου έχει και σήμερα. Στα χρόνια αυτά ο Αλή Πασάς είχε εκεί ένα σεράϊ και ένα κοπάδι ελάφια. Αλλά ο μοναχικός βίος και η λειτουργία των μοναστηριών και των εκπαιδευτηρίων βρισκόταν σε μεγάλη παρακμή, εξαιτίας των καταθλιπτικών φορολογικών μέτρων που είχε επιβάλλει ο Αλής. Αν και δεν αναφέρεται εκ μέρους του Αλή καταπάτηση της περιουσίας των μοναστηριών, η βαριά φορολογία των νησιωτών - και πιθανότατα και των μοναστηριών - επέφερε τον οικονομικό μαρασμό στο Νησί. Στα χρόνια του Αλή οι νησιώτες πλήρωναν ετήσιο φόρο εισοδήματος 15.000 πιάστρα, εκτός από το καθιερωμένο χαράτσι και την υποχρέωση να εφοδιάζουν κάθε χρόνο τα σεράγια με ξύλα για θέρμανση. Πρόσθετες οχυρώσεις επιβλήθηκαν με την επισκευή και οχύρωση του Κάστρου ( 1815 ) όταν οι νησιώτες, λαϊκοί και μοναχοί, υποχρεώθηκαν να μεταφέρουν συνεχώς με βάρκες ξύλα, πέτρες και χώματα για το Κάστρο.

Με τα εξής λόγια περιγράφει την κατάσταση των μοναστηριών ο Leake τον Ιούλιο του 1809 : " Mόνο δύο-τρεις μοναχοί ήταν στο νησί, γιατί τα μοναστήρια χρησιμοποιούνται για τη διαμονή των φυλακισμένων του Βεζύρη...Το μεγαλύτερο μοναστήρι, η Ελεούσα, κατέχεται τώρα από τα γυναικόπαιδα των Σουλιωτών, που κατέφυγαν στα Επτάνησα. Μεταξύ αυτών και μία κόρη του Μπότσαρη, ένα παιδί ενδιαφέρον 10 ετών. Αυτά τα φτωχά πλάσματα συντηρούνται με ένα κομμάτι κουραμάνας και για τα λοιπά από την ευσπλαχνία ".

Αλλά ιδιαίτερα έπαθε το Νησί κατά την περίοδο της πολιορκίας του Αλή Πασά. Εκεί είχε εγκαταστήσει ο Αλής φρουρά 1.000 Αλβανών για τον εφοδιασμό του Κάστρου. Το δεύτερο, όμως, χρόνο της πολιορκίας του Κάστρου, ο νέος διοικητής των τουρκικών δυνάμεων, ο ρεσίτ Πασάς, κατέλαβε το Νησί και το απέναντι χωριό Στρούνι ( η σημερινή Αμφιθέα ). Παραστατικά αφηγείται την τραγική κατάσταση τον καιρό της πολιορκίας μία ενδιαφέρουσα ενθύμηση, γραμμένη στο Ευαγγέλιο της Μονής του Προδρόμου ( έκδοση Πάνου Θεοδοσίου του εξ Ιωαννίνων, 1811 ) από τον Ηγούμενο των Μονών Προδρόμου και Αγίου Παντελεήμονα Ανανία ( διατηρούμε την ορθογραφία της, αλλά όχι το πολυτονικό της ) :

Aπρηλiου - 30 - 1821 εσκλαβόθη τον νησή εξετίας του αλήπασα κε εχάλασαν τα μαναστίρια εκ θεμελήον κε έκοψνα καλογέρους κε ελεηλάτησαν τα ιερά σκέβη τον εκκλησιόν όλα κε με τόπηα ( οβίδες κανονιών ) κουμπαράδες μας εβαρούσαν από,πέρα από Στρούνη κε σκλάβους μας επήραν κε μας εξαγόρασαν. πήρε ο Ρεσητπασηάς από εκετονπενήντα γρόσηα τον άνθρωπον και μας άφισεν κε εδηακονέβαμαν ( επαιτούσαμε ) ης τες χόρες κε μέναν χρόνον πάλην γηρήσαμεν ης τα μοναστίρια. κε βάλομεν νέαν κατάστασην από κάθε τή ος νέη κτήτορες κε έστω ης ενθήμησην. Ανανίας ηγούμενος Παντελεήμον κε του Προδρόμου έγραψα. εύχεστε αδελφή κε μη καταράστε.

Ο Ρεσίτ Πασάς, αφού βομβάρδισε με κανόνια και βομβοβόλα το Νησί, το κατέλαβε. Εξαιτίας του βομβαρδισμού τα μοναστήρια και το χωριό έπαθαν καταστροφές. Στις 30 Απριλίου 1821 ( η ημερομηνία βεβαιώνεται και απο μία άλλη ενθύμηση ) η αλβανική φρουρά του Νησιού παραδόθηκε και οι στρατιώτες του Ρεσίτ συμπλήρωσαν την καταστροφή με σφαγές και διαρπαγές. Πολλοί κάτοικοι εκτοπίστηκαν και αναγκάστηκαν να επαιτούν στις πόλεις για να ζήσουν. Ύστερα από ένα χρόνο από την καταστολή της ανταρσίας και τον φόνο του Αλή ( 24 / 1/ 1822 ) οι κάτοικοι επέστρεψαν στις εστίες τους, πληρώνοντας καθένας στο Ρεσίτ για εξαγορά 150 γρόσια. Σε μία άλλη ενθύμηση του ίδιου ηγουμένου, στο Πεντηκοστάρι της Μονής του Προδρόμου, αναφέρονται οι καταστροφές των μοναστηριών από τους στρατιώτες του Ρεσίτ μετά το φόνο του Αλή : " κι έμηνε μόνον το μοναστίρη με τους τήχους ". Μετά την επάνοδό τους από τη εξορία, οι μοναχοί ξανάρχισαν να επισκευάζουν τα μοναστήρια και να αποκαθιστούν τις ελλείψεις. Στην υπέρθυρη επιγραφή του ναού του Προδρόμου γίνεται λόγος για την επισκευή των τοιχογραφιών κατά το έτος 1824, ‘ μετά τον χαλασμόν ’.

Σιγά-σιγά όμως η ζωή του Νησιού και η λειτουργία των μοναστηριών ξαναπαίρνουν τον παλιό τους ρυθμό. Το 1872 εγκαινιάζεται στη Μονή Ελεούσας η λειτουργία Ιερατικής Σχολής, που λειτούργησε ως το 1922, οπότε με την απαλλοτρίωση των κτημάτων των Μονών, αναγκάστηκε να κλείσει. Μετά δυο χρόνια ιδρύθηκε στην ίδια Μονή Ιεροδιδασκαλείο με δαπάνες του Κράτους, για να διακόψει τη λειτουργία του το 1929. Η απαλλοτρίωση της μοναστηριακής περιουσίας και η ιδιότυπη ως προς ολίγου κατάσταση στη διαχείριση των μοναστηριακών κτημάτων, που απόμειναν, επέφεραν τον πλήρη μαρασμό των μοναστηριών. Κοντά στην καλά διατηρούμενη Μονή Ελεούσας λειτούργησε πριν από λίγα χρόνια Σχολή Νηπιαγωγών, με νηπιοκομικό και παιδικό σταθμό. Ο θεσμός όμως του Μοναχισμού στο Νησί με τη μεγάλη παράδοση έσβησε. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η Αρχαιολογική Υπηρεσία επισκεύασε τις σπουδαιότερες μονές του Νησιού, στερέωσε και καθάρισε τις τοιχογραφίες των μοναστηριών των Φιλανθρωπινών και Στρατηγοπούλου και χαρακτήρισε διατηρητέα τα μνημεία και το Νησί.

Πηγές: Σωτ. Ι. Δάκαρη, " ΤοΝησί των Ιωαννίνων - Ιστορία, Μνημεία, Μουσείο ", Εκδόσεις Δήμου Ιωαννιτών






Το νησί των Μανιατών!!

Ιστορικα δεν ειναι τεκμηριωμενο αν οντως οι ριζες μας ειναι απο την Μανη!

Στα τέλη του 16ου μ.Χ. αιώνα μια ομάδα Μανιατών αποφάσισε να ξενιτευτεί για τα παράλια της Ακαρνανίας και από εκεί εγκαταστάθηκαν στις αρχές του 1700 μ.Χ. στο νησί της Παμβώτιδας λίμνης επί πασά Σιλάν (Σιλάμπασχιαν). Στην αρχή κατοίκησαν δεξιά της πηγής Ντραπάτωβας (Ντολώρι) της λίμνης των θρυλικών Ιωαννίνων, στους πρόποδες του βουνού Μιτσικέλη, άπου εκεί πάνω είναι και ο τάφος με το μνημείο του ποιητή Μαβίλη. Εκεί προς τους πρόποδες, είναι ερείπια των πρώτων οικιών των Μανιατών.

Εκεί κοντά είναι και το μοναστήρι του Τουραχάμπεη. Έχει Τούρκικο όνομα, γιατί πολλά χρόνια πριν, ο Πασάς Τουραχάν πηγαίνοντας για να εξουδετερώσει άλλο Τούρκο επαναστάτη κατά της Πύλης που κρατούσε τα Γιάννενα, πέρασε τη λίμνη αυτή παγωμένη και φτάνοντας στο απέναντι μέρος έμαθε με κατάπληξη ότι το κρυσταλλωμένο έδαφος ήταν η λίμνη των Ιωαννίνων, που ονομάστηκε μετά Παμβώτιδα. Το πέρασμα αυτό με το στρατό του, το θεώρησε θαύμα της Παναγίας του εν λόγω μοναστηριού, στο οποίο και έκαμε εκεί διάφορα έργα και επί πλέον πήρε από τότε τ’ όνομά του, μοναστήρι του Τουραχάν.

Από το πρώτο μόνιμο οικισμό τους οι Μανιάτες, με πρόχειρες βάρκες και διάφορα πλεούμενα έφθασαν και εγκαταστάθηκαν εκεί και από τότε δημιούργησαν την μόνιμη Μανιάτικη αποικία τους. Ονομάζεται και σήμερα το νησί των Μανιατών, ενώ συνηθισμένη είναι η φράση «πηγαίνουμε στους Μανιάτες».

Ο πρόεδρος της Κοινότητας (το 1981) Θεόδ. Κ. Γκέκας (Μανιάτικης ράτσας) είχε τη καλοσύνη πολλά να μας πει για το νησί, τη γλώσσα, τα ήθη και έθιμα, καθώς την ιστορία και παράδοση των κατοίκων του. Μας είπε, μεταξύ πολλών άλλων, ότι ο ιστορικός Αραβαντινός το 1856 γράφει: «...το νησί δεν κατοικείτο μέχρι των αρχών 17ης εκατονταετηρίδος. Το χωρίον όπερ φαίνεται εις το νησί αυτό, έκειτο εις το αντίπερα μέρος, δεξιόθεν της Ντρεπάντοβας όπερ και σήμερον φαίνονται ερείπια τινά. Ηναγκάσθησαν οι τότε παραλίμνιοι εκείνοι χωρικοί, ένεκα των συχνών επιδρομών των ληστρικών συμμοριών (οίτινες εκρύπτοντο και ενεφώλευον εντός των άλλοτε πυκνών δασών του νυν αδέντρου όρους του Μιστικελίου) ίνα αποικήσωσι εις το αντίκρυ μέρος της Νήσου ενίοτε δε οι άποικοι ούτοι μετήρχοντο δε έκτοτε και έως και σήμερον το αλιευτικόν επιτήδευμα και διαβιβαστικόν πλώϊμον έργον, όπως και οι κάτωθι του χωρίου του Περάματος, (σ.σ. το χωριό όπου ευρέθη το Σπήλαιον με τους σταλακτήτας).

Και συνεχίζει: «...Λέγεται ότι ήρθαν ή απήχθησαν εκ Μάνης, αλλά το πειθανότερον ότι απωκίσθησαν εκ του Αμβρακικού Κόλπου ή εκ τίνος νήσου Ιονικής, αλιείς την τέχνην όντες». Ηπειρώτης δε ιστορικός, καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1917 έγραφε ότι: «…περίεργος είναι ή εν τη Νήσω λαλουμένη διάλεκτος, ήτις ελάχιστας λέξεις έχει τουρκικάς και παρουσιάζει προφοράν διάφορον της λαλουμένης εν Ιωαννίνοις. Δεν είναι δε αδιάφορος η παράδοσις περί της εν ταις αρχαίς του 17ου αιώνος εκ Μάνης ελεύσεως των πρώτων κατοίκων οίτινες το μεν κατ’ αρχάς εγκατέσθησαν να μεθηκοίσουν επί της Νήσου, προς αποφυγήν των εν τω Τουλαμηνούντι όρει κρυπτομένων ληστών και υπάρχουσι δε οι αποδεχόμενοι μάλλον την εκ Αμβρακικού Κόλπου ή εκ τινός των Ιονίων Νήσων μετοίκησιν αυτών, αλλά καίτοι η κατά παράδοσιν καταγωγή των Νησιωτών εκ Μάνης δεν εβεβαιώθη εξ ασφαλών πηγών και διαιωνιζόμενων μνημείων, δεν είναι η μόνη περίπτωσις καθ’ ην διαβλέπομεν εν Ηπείρω σχέσιν προς τους Μανιάτας».

Και συνεχίζοντας αναφέρει ο Ηπειρώτης ιστοριοδίφης, μελετητής των αρχείων της Βενετίας και αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών που έγραψε τα έξης: «Οι κάτοικοι της Νήσου της Λίμνης των Ιωαννίνων κατάγονται εκ Μάνης και μετεφέρθησαν εκεί υπό του φοβερού επιδρομέως κατά της Μάνης Σιλάν Πασά. Πρόκειται περί του σκληρότατου πασά των Ιωαννίνων ο όποιος το 1614 επέδραμε κατά της Μάνης και ηρήμωσε την χώραν.

Ο καθηγητής της Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων κ. Δάκαρης στον τουριστικό οδηγό που έγραψε για το Νησί προ εικοσαετίας, γράφει τα εξής: Οι Νησιώτες πιστεύουν ότι δεν είναι Ντόπιοι αλλά ήλθαν εδώ από την Μάνη το 17ο μ.Χ. αιώνα. Δυστυχώς Ο κ. Δάκαρης δεν εγνώριζε τα έγγραφα του Μέτζου τα οποία γνωρίζει ο γενικός διευθυντής του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών κ. Δίκαιος Βσγιακάκος.

Και άλλος Ηπειρώτης λογοτέχνης και ιστορικός στο βιβλίο του «Περίπατοι στα Γιάννενα» σε δημοσίευμα του που αναφέρεται στο Νησί, λέγει, πως οι πρώτοι κάτοικοι του Νησιού κατάγονται από την Μάνη. Και άλλοι λογοτέχνες αναφέρουν στα βιβλία τους για την ιστορία του Νησιού των Μανιατών όπως οι κ. κ. Γεώργ. Ι. Σπυλιώτης, Γεώργ. Βρέλλος, Κ. Ελευθερουδάκης και πλήθος άλλων. Οι δε κάτοικοι, οι γηγενείς και σήμερα ακόμη δεν αποκαλούνται Νησιώτες μόνο, αλλά Μανιάτες. Μάλιστα εκπομπές που έγιναν από την Ε.Ρ.Τ. και από την Υ.ΕΝ.Ε.Δ, ο πρόεδρος και ο γραμματέας της Κοινότητας, τόνισαν τη Μανιάτικη καταγωγή τους. Το Νησί αυτό είναι κατάφυτο από καλαμιές και από άλλα υδρόβια φυτά. Τα δρομάκια του νησιού είναι πάντα ασβεστωμένα και καθαρά. Λουλουδιασμένα τα πεζούλια με τους πάντα ολιγόλογους κατοίκους του. Μέχρι το 1935, περίπου, είχαν αναλάβει την ύδρευση των κατοίκων της πόλης των Ιωαννίνων με βαρέλια από την πηγή Ντραμπάτοβα. Οι βάρκες ήταν για τη συγκοινωνία και για τη ψυχαγωγία μετά των Ιωαννίνων, από τη γνωστή ακτή της «Κυρά - Φροσύνης» και της «Σκάλας του Νησιού». Όμοιες σχεδόν με τις βάρκες της Φλωρεντίας, είχαν στη μέση, είδος τραπεζιού, όπου οι διάφοροι τροβαδούροι άπλωναν τα βράδια τα φαγητά τους και τραγουδώντας «περιήρχοντο τις καλαμιόνες και τα βούρλα του Νησιού».

Στη λίμνη βρίσκει κανείς ψάρια όπως «μαρίτσες», «τσίμες», «χέλια», «καραβίδες», «τυλιάνους», «γλύνους» και «κυπρίνους», στη δε πηγή Ντραπάτοβα (Κρυονέρι) βλέπεις και «πέστροφες». Γόνοι «γλύνων» και «κυπρίνων» μεταφέρθηκαν από την Ιταλία, οι δε κυπρίνοι έφθασαν σε βάρος 15 οκάδων. Στη λίμνη του Νησιού υπάρχουν εκτός από τα «καθαρόχελα», στα «αμπάρια» στα διατηρούμενα εκεί ιχθυοτροφεία στις καλαμώνες μέσα και μαζωμένες (περιορισμένες) καραβίδες που πριν την Ιταλογερμανική κατοχή είχαν το μέγεθος μικρού αστακού. Έκτοτε με τους «κυπρίνους» εξολοθρεύθηκαν και υπάρχουν μικρότερου μεγέθους. Το ψάρεμα των καραβίδων γίνεται συνήθως σε κάθε γιόμιση του φεγγαριού, γιατί πιστεύεται ότι τότε μόνο είναι «γεμάτες» από τη νόστιμη τροφή τους, κατ’ ανεξήγητο εντελώς λόγο. Επίσης από την περίοδο της Κατοχής εκμεταλλεύονται και τα βατράχια τα οποία καθιέρωσαν σαν καλύτερο «μεζέ» στους επισκέπτες τους.

Τα νερά της λίμνης προέρχονται από τις πηγές Ντραμπάτοβα (Κρυονέρι), του Σεντενίκου, της Κρύας και του Πλέστη που πηγάζουν στους πρόποδες του Μιτσικελίου. Στην αρχή, φαίνεται, πως η λίμνη του Μανιάτικου Νησιού, ξεχύλισε από νερά κι’ έτρεξε προς Β.Α. Έτσι, το ρεύμα που σχηματίσθηκε, ενισχυόμενο κι’ από νερά της πηγής του Πρωτόπαπα σχημάτισε την άλλη και συνεχιζόμενη λίμνη, την «Νιοχωρίτικη» (Λαψίστας) όπου τώρα έχει αποξηρανθεί. Η Λαψίστα με τη λίμνη Παμβώτιδα (δηλαδή του Νησιού των Μανιατών) συνδεόταν με ένα πλατύ αυλάκι (μάννα) που είναι η ξακουστή γέφυρα του Λυκοστόμου, με 84 καμάρες, που την πρωτόχτισε ο Λουφτή - Πασσάς το 1550. Ανακαινίσθηκε από το κληροδότημα του Ζαγωριτη Γ. Βήκα και γι’ αυτό λέγεται και γέφυρα του Βήκα. Από τα πολλά νερά των πηγών της η λίμνη Παμβώτιδα θα ξεχείλιζε αν δεν υπήρχαν καταβόθρες. Οι σπουδαιότερες είναι του Ροδοστοβίου, της Ντραπάτοβας, του Μπιρή και της Βοϊνίκοβας (με τ’ όνομα της τελευταίας οι νησιώτες χαρακτηρίζουν κάθε γυναίκα πού τρώει πολύ). Οι παλιοί κάτοικοι λένε, ότι κάποιος Πασάς θέλοντας να πληροφορηθεί τη ροή των νερών, έριξε από το Μύλο του Βέι – εφέντη, στο χωριό της Καστρίτσας (Ν.Α. της λίμνης) κεχρί που βγήκε στο Σεφήκ - Μπέη (που σήμερα ονομάζεται Μπιρή ή Βηρός).

Τελικά τα νερά της λίμνης χάνονται στο Ιόνιο στον Αμβρακικό και μέσω του Πηνειού, στο Θερμαϊκό Κόλπο. Από τις χαώδεις αυτές καταβόθρες σε μερικά σημεία, όπως το μεταξύ του νησιού και της απέναντι πηγής Ντραμπάτοβας (όπου και το βαθύτερο μέρος της λίμνης) σχηματίζεται υδάτινο ρεύμα που δίνει την εντύπωση υπόγειου ποταμού και πολλοί πιστεύουν, πως στο σημείο αυτό περνάει μέσα στη λίμνη κάποιος άγνωστος ποταμός. Αυτή είναι η περίφημη Παμβώτιδα που γράφουν οι Ιστορικοί, πως στα νερά της, το 1379 έγινε ναυμαχία τρανή με μονόξυλα και βάρκες μεταξύ επιδρομέων Αλβανών και των κατοίκων, με την νίκη των τελευταίων. Αυτή είναι η λίμνη με τις μακρές Ιστορίες και τους Θρύλους, με τη γοητεία της, με τις παραδόσεις της και τα τόσα παράξενα φαινόμενα που τα μυστικά του κρύβει μέσα στον κρύο της βυθό. Και θαρρείς ακόμη, πως κάποια σχέση έχουν τα φαινόμενα αυτά της λίμνης με τις ανεξερεύνητες γενικότερα της φύσεως δυνάμεις. αφού κι’ από ουρανού στη πηγή Ντραπάτοβα (Κρυονέρι) έπεσε αερόλιθος προ ογδόντα χρόνων.

Πάνω στα κατάλευκο χρωματισμένο με ασβέστη χωριό των Μανιατών, υπάρχουν και τοποθεσίες που έπαιξαν σπουδαίο ρόλο όχι μόνον στην Ιστορία,•αλλά στα Γράμματα και στις Τέχνες. Προς τα Νότια του νησιού υπάρχει λόφος που στη κορυφή υπάρχει η εκκλησία του Προφήτη Ηλία. Στους πρόποδες, προς τα δυτικά είναι η Μονή της Παναγίας της Ελεούσας, που είναι άγνωστος ο χρόνος της οικοδομήσεώς της.

Στα 1740 και 1759 που είχαν πάει οι άποικοι Μανιάτες, έγινε ανακαίνιση και οι τοιχογραφίες•που και σήμερα την κοσμούν. Μόνο γνωστό είναι, ότι στην αρχή η Μονή κτίστηκε και εγκαινιάστηκε στη χάρη του Αγίου Νικολάου των Γκισμάτων. Η Μονή πήρε τη νέα της ονομασία μετά τη μεταφορά εκεί της εικόνας της Παναγίας, από την εκκλησία της Αγίας Παρασκευής των Ιωαννίνων, που αργότερα έγινε τζαμί από τους Τούρκους. Προς ΝΑ είναι το μοναστήρι του Σωτήρα, που κάηκε το 1822 από τους Αλβανούς και ανακαινίσθηκε μετά το 1851. Στις 7 Μαρτίου του 1817 ο γνωστός για τη μοχθηρότητά του Αλή Πασάς έφερε 72 αιχμαλώτους Τούρκους και στις 15 και 16 Μαρτίου 1817 τους έριξε από παλιά οικογενειακή εκδίκηση, μέσα στα νερά της Λίμνης. Στο ΒΑ•μέρος του Νησιού είναι η Μονή του «Ντίλου» στην οποία από το 1282 μέχρι τα 1756 υπήρχε σπουδαστήριο. Το Καθολικό της κτίστηκε στο τέλος του 11ου αρχές του 12ου αιώνα. Υπάρχουν αγιογραφίες με χρονολογία 1543.

Προς Α βρίσκεται η Μονή του Αγίου Νικολάου του «Σπανού». Ο ναός έχει ιδρυθεί το 1292 από τον Μιχαήλ Φιλανθρωπινό και το 1542 όπως και το 1560 από τα μέλη της τότε οικογενείας του Ιωσήφ. Τότε έγιναν οι αγιογραφίες και προσωπογραφίες των διασημότερων φιλοσόφων της αρχαιότητας•του Πλάτωνα, Απολλώνιου, Σόλωνα, Αριστοτέλη, Πλούταρχου, Θουκυδίδη και Χείλωνα. Στη μονή αυτή στεγάστηκε το γνωστό «Σπουδαστήριο». Στο νησί υπάρχει ακόμη η Μονή του Ιωάννη Προδρόμου που κτίστηκε κατά το 1506 από τους καλογήρους Νεκτάριο και Θεοφάνη από τα Γιάννενα. Έχει πολλές αγιογραφίες του 1789. Στο ναό της βρίσκονται η κάρα της Αγίας Βαρβάρας και ένα χέρι του Αγίου Χαραλάμπους.

Εκεί κοντά είναι η σπουδαιότερη απ’ όλες τις Μονές, η Μονή του Αγίου Παντελεήμονα, που ιδρύθηκε το 12ο αιώνα και επισκευάστηκε το 1822. Αρχικά ήταν ασκηταριό του ασκητή Αγίου Αντωνίου. Πάνω σ’ αυτό το ασκηταριό κτίστηκε αργότερα ο Ναός στη μνήμη του Αγ. Παντελεήμονα και του Προδρόμου. Οι Μονές αυτές είναι περιφραγμένες με μαντρότοιχο κι’ έχουν κελιά.

Εκεί στην ίδια λίμνη πάλι όταν ζούσε ο Αλή –Πασάς (1788 - 1822), έπνιξε την πανώρια και χιλιοτραγουδισμένη ξακουστή Κυρά Φροσύνη μαζί με άλλες 16 κοπέλες. Εκεί σ’ αυτή τη λίμνη που στο όμορφο νησί της ζουν ακόμη αρκετοί Μανιάτες που δεν ξέχασαν τον τόπο της καταγωγής για τον οποίο είναι πολύ υπερήφανοι.

Σημείωση

Από τη δημοσίευση άρθρου του Αλέξανδρου Π. Μούντανου, στην εφημερίδα «Ο ΦΑΡΟΣ ΤΗΣ ΛΑΚΩΝΙΑΣ», Έτος 1981, τεύχη 444-446






H Θεσπρωτή καλλονή, οδαλίσκη του Αλή Πασά και μετέπειτα σύζυγός του.


Η Βασιλική Κονταξή γεννήθηκε στη Πλησιβίτσα των Φιλιατών (σημερινό Πλαίσιο) το 1789 και ήταν κόρη του προύχοντα της περιοχής Κίτσου Κονταξή και αδελφή του οπλαρχηγού Γεωργίου Κίτσου και του Σίμου Κονταξή. Μια υπόθεση κατασκευής κίβδηλων νομισμάτων, στην οποία αναμίχθηκε ο πατέρας της και κάτοικοι της Πλησιβίτσας, την έφεραν κοντά στον Αλή Πασά, σε ηλικία μόλις 12 ετών.

Η μικρή Βασιλική ζήτησε έλεος για τον συλληφθέντα πατέρα της από τον γέροντα αυθέντη της Ηπείρου. Ο Αλή, θαμπωμένος από την ομορφιά της, όχι μόνο χάρισε τη ζωή στον πατέρα της, αλλά διέταξε τους άνδρες του να μην ξαναενοχλήσουν το χωριό. Το τίμημα για τη Βασιλική ήταν να γίνει το πολύτιμο πετράδι του χαρεμιού του Αλή Πασά, ο οποίος το 1808 τη νυμφεύτηκε, παρά τις αντιρρήσεις της πρώτης του συζύγου Εμινέ.

Η Βασιλική χρησιμοποίησε τη δύναμή της προς όφελος των Χριστιανών, πολλούς από τους οποίους τους αποσπούσε την τελευταία στιγμή από τα χέρια του δημίου. Τέτοια ήταν η επιρροή της πάνω στον Αλή, ώστε όχι μόνο δεν εξισλαμίστηκε, αλλά απαίτησε και πέτυχε να μετατρέψει ένα δωμάτιο του χαρεμιού σε παρεκκλήσιο με τακτικό ιερέα. Την επιρροή της Βασιλικής επί του Αλή Πασά απαθανάτισε η λαϊκή μούσα σε δημοτικά 

τραγούδια με ποιο γνωστό το:


Βασιλική προστάζει· Βεζύρ’ Αλή Πασά

βάλε φωτιά στα τόπια, κάψε τα Γιάννενα… 

 

Η Βασιλική έμεινε πιστή στον Αλή Πασά τις τελευταίες του στιγμές στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονος της λίμνης των Ιωαννίνων, όπου είχε καταφύγει μετά των εμπίστων του τον Δεκέμβριο του 1821, καταδιωκόμενος από τους άνδρες του Χουρσίτ Πασά. Λίγο προτού αφήσει την τελευταία του πνοή, ο Αλή διέταξε τον μυστικοσύμβουλό του Θανάση Βάγια να σκοτώσει τη Βασιλική, για να μην αιχμαλωτιστεί από τους εχθρούς του. Ο Βάγιας, μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του Ελληνισμού, άγνωστο γιατί δεν τήρησε την υπόσχεσή του, ίσως επειδή η Βασιλική γνώριζε το μυστικό των θησαυρών του Πασά των Ιωαννίνων.

Τον Φεβρουάριο του 1822 η Βασιλική και ο Θανάσης Βάγιας συνελήφθησαν και μεταφέρθηκαν αιχμάλωτοι στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, ο πατριάρχης Άνθιμος Γ' με τη βοήθεια του συναφιού των κρεοπωλών (ο Βάγιας είχε δουλέψει ως κρεοπώλης) κατόρθωσε να απελευθερώσει τη Βασιλική, υπό την προϋπόθεση να ζει εντός του Πατριαρχείου και να βρίσκεται υπό την προστασία και την επιτήρησή του. Κατά την εξαετή παραμονή της στο Πατριαρχείο φαίνεται ότι ερχόταν σε επαφή με πρόσωπα που ήταν αναμεμιγμένα στη Φιλική Εταιρεία και την επαναστατημένη Ελλάδα.

Μετά τη ναυμαχία του Ναυαρίνου, οι οθωμανικές αρχές την εξόρισαν μαζί με τον αδελφό της Σίμο και τον Θανάση Βάγια στην Προύσα (Μάρτιος του 1828). Τον Οκτώβριο του 1829 τους δόθηκε η άδεια να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Η Βασιλική εγκαταστάθηκε αρχικά στο Ναύπλιο. Εκεί συναντήθηκε με τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος της παραχώρησε ένα ακίνητο και λίγα κτήματα στο χωριό Κατοχή της Αιτωλίας. Το 1831 οι δρόμοι της με τον Θανάση Βάγια χώρισαν, όταν αυτός ανέλαβε δημόσια θέση και συγκεκριμένα επιστάτης του Πρότυπου Αγροκτήματος της Τίρυνθας.

Η Κυρά-Βασιλική για το υπόλοιπο του βίου της έζησε απομονωμένη ή και περιφρονημένη στην Κατοχή. Πέθανε από δυσεντερία στο Αιτωλικό στις 11 Δεκεμβρίου του 1834, σε ηλικία 45 ετών. Οι διηγήσεις ότι πέθανε αλκοολική και πάμπτωχη ελέγχονται